Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

θανατώ

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

(I)
θανατῶ, -άω (Α) θάνατος
1. επιθυμώ να πεθάνω
2. είμαι ετοιμοθάνατος.
(II)
θανατῶ, -έω (Μ) θάνατος
προκαλώ τον θάνατο, θανατώνω.
(III)
(AM θανατῶ, -όω) θάνατος
βλ. θανατώνω.