Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ποιητής

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels
Full diacritics: ποιητής Medium diacritics: ποιητής Low diacritics: ποιητής Capitals: ΠΟΙΗΤΗΣ
Transliteration A: poiētḗs Transliteration B: poiētēs Transliteration C: poiitis Beta Code: poihth/s

English (LSJ)

οῦ, ὁ,

   A maker, μηχανημάτων Id.Cyr.1.6.38; κλίνης Pl.R.597d; τὸν π. καὶ πατέρα τοῦδε τοῦ παντός Id.Ti.28c; ζῴων, of the painter, Id.Sph.234a; inventor, θεῶν Id.Euthphr.3b; νόμων lawgiver, Id.Def. 415b.    2 workman, PSI4.388.8, al. (iii B.C., pl.).    II composer of a poem, author, π. κωμῳδίας Pl.Lg.935e; π. καινῶν δραμάτων, τραγῳδιῶν κτλ. SIG1079.2, al. (Magn. Mae., ii/i B.C.): abs., poet, Hdt.2.53, Ar.Ra.96, 1030, Pl.Ion534b, etc.; Homer was called ὁ π., Pl.Grg.485d, Arist.Rh.1365a11, 1380b28, Telesp.34 H., Plb.12.21.3, Str.1.1.10, A.D.Synt.26.19, etc.; so also Hesiod, Pl. Lg.901a; and others, Id.Thg.125e, D.Chr.78.44.    b composer of music, Pl.Lg.812d.    2 author of a speech, opp. deliverer of it, π. λόγων Id.Euthd.305b, cf. Phdr.234e, 278e, Alcid.Soph.34, Isoc. 15.192. (Written ποητής IG22.2319.65, SIG711L35 (Delph., ii B.C.), etc.)

German (Pape)

[Seite 648] ὁ, wer Etwas macht, hervorbringt, schafft, Verfertiger; κλίνης, Plat. Rep. X, 597 d; τῶν πρὸς τοὺς πολεμίους μηχανημάτων, Erfinder, Xen. Cyr. 1, 6, 38; auch μάχης, Plut. Alex. 60, mit u. ohne νόμου, Gesetzgeber, Plat. Rep. 415 b; Schöpfer, τὸν ποιητὴν καὶ πατέρα τοῦδε τοῦ παντός, Tim. 28 c. – Bes. der Dichter. späterer Ausdruck statt des früheren ἀοιδός, erst nach Hesiod. u. Pind. entstanden, als man schon angefangen hatte, Tonkunst u. eigentliche Dichtkunst von einander zu trennen, vgl. Wolf Proleg. p. XLII, 9; so von Homer, Her. 2, 53 u. oft bei Folgdn; vom Alcäus, Her. 5, 95; ποιητὴν ἢ λόγων συγγραφέα, Plat. Phaedr. 278 e; λόγων auch von Rednern, Euthyd. 305 b Phaedr. 234 e; übh. Schriftsteller, Sp.

Greek (Liddell-Scott)

ποιητής: γεν. οῦ, Ἰων. -έω, ὁ, ὁ κατασκευάζων, κατασκευαστής, μηχανημάτων Ξεν. Κύρ. 1. 6, 38· κλίνης Πλάτ. Πολ. 597D τὸν π. καὶ πατέρα τοῦδε τοῦ παντὸς ὁ αὐτ. ἐν Τιμ. 28C· ζῴων ὁ αὐτ. ἐν Σοφ. 234Α· θεῶν ὁ αὐτ. ἐν Εὐθύφρ. 3Β· καὶ (μετὰ τοῦ νόμων, ἢ ἄνευ αὐτοῦ), νομοθέτης, Πλάτ. Ὅροι 415Β. ΙΙ. ὁ ἐπινοητὴς καὶ παραγωγὸς ποιήματος, ὁ συνθεὶς ποίημα (πρβλ. τὸ Ἀρχ. Ἀγγ. maker· πρβλ. trouvère, troubadour· τοῦτ’ αὐτὸ ὁμοίως ἐξεφράζοντο καὶ οἱ Περουβιανοὶ διὰ τῆς λέξεως haravec, κατὰ τὸν Prescott, Hist. Peru, 1. σ. 114), ἰδίως λεγόμενον περὶ τοῦ Ὁμήρου (Ἡρόδ. 2. 53, κλπ.), ὅστις ἐκαλεῖτο ἐμφατικῶς ὁ ποιητής, Ἀριστ. Ρητ. 1. 7, 31, 33., 2. 3, 16· π. κωμῳδίας Πλάτ. Νόμ. 935Ε· καὶ καθόλου, Ἀριστ. Βάτρ. 96, 1030, Πλάτ. κτλ.· ὡσαύτωςσυνθέτης μουσικῆς, μελοποιός, Πλάτ. Νόμ. 812D. 2) καθόλου, ὁ παράγων οἱονδήποτε ἔργον διανοητικόν, συγγραφεύς, ῥήτωρ, π. λόγων Heind. εἰς Πλάτ. Φαῖδρ. 234Ε, πρβλ. 278Ε, ἐν Εὐθυδ. 305Β.

French (Bailly abrégé)

οῦ (ὁ) :
1 en parl. d’ouvrages manuels fabricant, artisan;
2 en parl. de l’intelligence qui compose des vers, poète ; abs.ποιητής le poète par excellence (Homère).
Étymologie: ποιέω.

English (Strong)

from ποιέω; a performer; specially, a "poet"; --doer, poet.

English (Thayer)

ποιητου, ὁ (ποιέω);
1. a maker, producer, author (Xenophon, Plato, others).
2. a doer, performer (Vulg. factor): τοῦ νόμου, one who obeys or fulfils the law, ποιέω, II. a.); ἔργου, λόγου, a poet: Herodotus 2,53, etc.), Aristophanes, Xenophon, Plato, Plutarch, others).

Greek Monolingual

ο, θηλ. ποιήτρια, ΝΜΑ, και θηλ. ποιητρίς, -ίδος, Α ποιώ
1. ο δημιουργός ποιημάτων, αυτός που εκφράζει τα βιώματά του σε έμμετρο λόγο, με φροντισμένη γλωσσική έκφραση
2. ο δημιουργός του κόσμου, ο θεός, ο πλάστης (α. «Πιστεύω εις ένα Θεόν... ποιητήν ουρανού και γής» β. «τὸν ποιητὴν καὶ πατέρα τοῦδε τοῦ παντός», Πλάτ.)
3. (με το άρθρο) ο ποιητής
ο κατ' εξοχήν ποιητής, ο Όμηρος
νεοελλ.
1. ο προικισμένος με ποιητική φαντασία
2. φρ. α) «εστεμμένος ποιητής» — ποιητής με τιμητικές διακρίσεις, στεφανωμένος με στεφάνι δάφνης
β) «εθνικός ποιητής» — ο κατ' εξοχήν ποιητής ενός έθνους, με ευρύτερη αποδοχή, αυτός που έχει εκφράσει στην ποίηση του αγώνες ή σπουδαίες στιγμές και γνωρίσματα του έθνους του
γ) «καταραμένοι ποιητές» — ποιητές που συμπεριφέρονται ως απόκληροι της κοινωνίας και τους οποίους οι κρατούντες φοβούνται για τη διεισδυτική τους ματιά που αποκαλύπτει την πνευματική τους κενότητα
αρχ.
1. εργάτης, τεχνίτης
2. μουσικός, μελοποιός
3. συγγραφέας.

Greek Monotonic

ποιητής: γεν. -οῦ, Ιων. -έω, ὁ,
I. αυτός που κατασκευάζει, ο κατασκευαστής, σε Ξεν. κ.λπ.
II. 1. δημιουργός ποιήματος, ποιητής, σε Ηρόδ. κ.λπ.
2. γενικά, συγγραφέας, σε Πλάτ.

Russian (Dvoretsky)

ποιητής: οῦ, ион. έω ὁ
1) мастер, производитель (τῶν μηχανημάτων Xen.; κλίνης Plat.);
2) создатель, творец (ὁ π. καὶ πατὴρ τοῦ παντός Plat.): ὁ π. (νόμων) Plat. законодатель; ὁ τῆς μάχης π. Plut. инициатор сражения;
3) сочинитель, автор, поэт (κωμῳδίας Plat.): π. λόγων Plat. оратор;
4) исполнитель (νόμου NT - ср. 2).

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

ποιητής -οῦ, ὁ [ποιέω] maker, schepper, bedenker:. ποιητὴς νόμων maker van wetten (van wetgever) [Plat.] Def. 415b; ποιητὴς ζῴων kunstschilder Plat. Sph. 234a; τὸν... ποιητὴν... τοῦδε τοῦ παντὸς εὑρεῖν de schepper van dit alles te vinden Plat. Tim. 28c; φησὶ γάρ με ποιητὴν εἶναι θεῶν want hij beweert dat ik een bedenker van goden ben Plat. Euthyph. 3b. spec. dichter:; ποιητῇ δὴ κωμῳδίας... μὴ ἐξέστω... μηδαμῶς μηδένα τῶν πολιτικῶν κωμῳδεῖν voor een komediedichter mag het nooit en te nimmer geoorloofd zijn met enige medeburger de spot te drijven Plat. Lg. 935e; auteur:; ποιητὴς τῶν λόγων οἷς οἱ ῥήτορες ἀγωνίζονται auteur van de redevoeringen waarmee de redenaars elkaar bestrijden Plat. Euthyd. 305d; ὁ τὴν μελῳδίαν συνθεὶς ποιητής de dichter die de melodie heeft gecomponeerd Plat. Lg. 812d; met lidw. vaak van de dichter bij uitstek (Homerus). uitvoerder:. οἱ ποιηταὶ νόμου δικαιωθήσονται de volgers van de wet zullen rechtvaardig bevonden worden NT Rom. 2.13.

Middle Liddell


I. one who makes, a maker, Xen., etc.
II. the maker of a poem, a poet, Hdt., etc.
2. generally, a writer, Plat.

Chinese

原文音譯:poiht»j 拍誒帖士
詞類次數:名詞(6)
原文字根:作(者)
字義溯源:行動者,作事者,遵行者,行的,作詩的,著作人;源自(ποιέω)*=作,行)
出現次數:總共(6);徒(1);羅(1);雅(4)
譯字彙編
1) 遵行者(4) 雅1:22; 雅1:23; 雅1:25; 雅4:11;
2) 行⋯的(1) 羅2:13;
3) 作詩的(1) 徒17:28