Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

θνησιμαῖος

Ἐς δὲ τὰ ἔσχατα νουσήματα αἱ ἔσχαται θεραπεῖαι ἐς ἀκριβείην, κράτισται -> For extreme diseases, extreme methods of cure, as to restriction, are most suitable.
Corpus Hippocraticum, Aphorisms 1.6.2
Full diacritics: θνησῐμαῖος Medium diacritics: θνησιμαῖος Low diacritics: θνησιμαίος Capitals: ΘΝΗΣΙΜΑΙΟΣ
Transliteration A: thnēsimaîos Transliteration B: thnēsimaios Transliteration C: thnisimaios Beta Code: qnhsimai=os

English (LSJ)

α, ον, neut. as Subst. θνησιμ-αῖον, τό,= foreg., LXX 3 Ki.13.25, al.; τῶν θ. οὐχ ἅψεσθε ib.Le.11.8, cf. Hierocl.in CA26p.480M.

German (Pape)

[Seite 1212] Gestorbene betreffend, bes. von verrecktem Vieh; Sp.; Schol. Ar. Av. 537 erkl. κενέβρεια, τὰ θνησιμαῖα.

Greek Monolingual

-α, -ο (ΑΜ θνησιμαῑος, -αία, -ον)
νεκρός, ψόφιος («θνησιμαία κρέατα» — κρέατα από ζώα που έχουν ψοφήσει)
νεοελλ.
ετοιμοθάνατος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < θνήσιμος + επίθημα -αίος (πρβλ. αυλ-αίος, θαλαμ-αίος)].