Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ιερατείο

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho

Greek Monolingual

το (ΑΜ ἱερατεῑον) ιερατεύω
το σύνολο τών ιερέων μιας θρησκείας, ο κλήρος
μσν.-αρχ.
το μέρος του ναού στο οποίο στέκονταν οι ιερείς, το ιερό.