Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ισχυρισμός

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

ο
1. η διατύπωση και επίμονη υποστήριξη μιας γνώμης ή άποψης
2. (νομ.) διατύπωση προς υποστήριξη ή ένσταση.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ισχυρίζομαι. Η λ. μαρτυρείται από το 1871 στον Άγγ. Βλάχο].