Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κακοποιώ

Ὦ ξεῖν’, ἀγγέλλειν Λακεδαιμονίοις ὅτι τῇδε κείμεθα τοῖς κείνων ῥήμασι πειθόμενοι. -> Go tell the Spartans, stranger passing by, that here, obedient to their laws, we lie.
Simonides of Kea

Greek Monolingual

(AM κακοποιῶ, -έω) κακοποιός
(μτβ. και αμτβ.) κάνω κακό, αδικώ, βλάπτω, κακουργώ («πλεῑστοι κλέπται κυπτάζειν καί κακοποιεῑν», Αριστοφ.)
νεοελλ.
1. βιάζω γυναίκα, ατιμάζω
2. φρ. «κακοποιώ την αλήθεια» — ψεύδομαι, διαστρεβλώνω την αλήθεια
νεοελλ.-μσν.
προκαλώ σωματική βλάβη, κακομεταχειρίζομαι
αρχ.
1. διευθύνω κακώς τις υποθέσεις κάποιου («τῆς δὲ γυναικός, εἰ μὲν διδασκομένη ὑπὸ τοῦ ἀνδρὸς τἀγαθὰ κακοποιεῑ», Ξεν.)
2. καταστρέφω («κακοποιεῑν τὰς νῆας», Πολ.).