Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κακορίζικος

Ἐς δὲ τὰ ἔσχατα νουσήματα αἱ ἔσχαται θεραπεῖαι ἐς ἀκριβείην, κράτισται -> For extreme diseases, extreme methods of cure, as to restriction, are most suitable.
Corpus Hippocraticum, Aphorisms 1.6.2

Greek Monolingual

και κακορρίζικος -η, -ο (Μ κακορ(ρ)ίζικος, -η, -ον)
1. αυτός που έχει κακό ριζικό, κακότυχος, άτυχος, δυστυχής
2. δύστροπος, στριμμένος, ανάποδος
3. μάταιος («ω κακοριζικότατες ελπίδες τών ανθρώπω», Ερωφ.)
νεοελλ.
ελαττωματικός από τη γέννηση ή την κατασκευή του
μσν.
1. άθλιος, ελεεινός
2. κακός, καταραμένος.
επίρρ...
κακορίζικα
1. κακότυχα, άτυχα
2. δύστροπα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < κακ(ο)- + ριζικό].