Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

καλαίσθητος

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.

Greek Monolingual

-η, -ο
1. αυτός που έχει την αίσθηση του ωραίου, φιλόκαλος, εκλεπτυσμένος, που έχει γούστοκαλαίσθητος άνθρωπος»)
2. αυτός που γίνεται με καλαισθησία, καλαισθητικός («καλαίσθητη διακόσμηση»).
[ΕΤΥΜΟΛ. < καλ(ο) - + αισθητός (< αισθάνομαι). Η λ. μαρτυρείται από το 1873 στον Σπυρ. Ν. Βασιλειάδη].