Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

γούστο

Φιλοκαλοῦμέν τε γὰρ μετ' εὐτελείας καὶ φιλοσοφοῦμεν ἄνευ μαλακίας -> Our love of what is beautiful does not lead to extravagance; our love of the things of the mind does not makes us soft.
Τhucydides, 2.40.1

Greek Monolingual

το
1. νοστιμάδα
2. καλαισθησία
3. ευχαρίστηση
4. προτίμηση, εκλογή
5. φρ. α) «δεν τον κάνω γούστο» — δεν μού αρέσει
β) «έχει γούστο να...»
(ειρωνικά) θα ήταν διασκεδαστικό να συμβεί κάτι ανεπιθύμητο
γ) «κάνω γούστο» — περνώ ευχάριστα την ώρα μου
δ) «μη μού χαλάς τα γούστα μου» — μη μού χαλάς το χατίρι
ε) «το έκανα για γούστο» — το έκανα για απλή διασκέδαση.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ιταλ. gusto).