Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αισθητός

Μολὼν λαβέ -> Come and take them
Plutarch, Apophthegmata Laconica 225C12

Greek Monolingual

-ή, -ό (Α αἰσθητός, -ή, -όν και -ός, -όν)
ο αντιληπτός διά μέσου τών αισθήσεων (αντίθετα προς το νοητός)
νεοελλ.
1. ικανός, σημαντικός, μεγάλος
2. αξιοπρόσεκτος, ευδιάκριτος, φανερός, σαφής
αρχ.
το ουδ. ως ουσ. τὸ αἰσθητόν
αυτό που υποπίπτει στις αισθήσεις, το αντικείμενο τών αισθήσεων.
[ΕΤΥΜΟΛ. < αἰσθάνομαι.
ΠΑΡ. αἰσθητικός
νεοελλ.
αισθητότητα].