Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αισθητός

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.

Greek Monolingual

-ή, -ό (Α αἰσθητός, -ή, -όν και -ός, -όν)
ο αντιληπτός διά μέσου τών αισθήσεων (αντίθετα προς το νοητός)
νεοελλ.
1. ικανός, σημαντικός, μεγάλος
2. αξιοπρόσεκτος, ευδιάκριτος, φανερός, σαφής
αρχ.
το ουδ. ως ουσ. τὸ αἰσθητόν
αυτό που υποπίπτει στις αισθήσεις, το αντικείμενο τών αισθήσεων.
[ΕΤΥΜΟΛ. < αἰσθάνομαι.
ΠΑΡ. αἰσθητικός
νεοελλ.
αισθητότητα].