Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κατηγορούμενος

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.

Greek Monolingual

-η, -ο
1. αυτός που κατηγορείται
2. ως ουσ. ο κατηγορούμενος, η κατηγορουμένη, το κατηγορούμενο
α) άτομο κατά του οποίου απευθύνεται από την πολιτεία κατηγορία, επειδή θεωρείται ένοχο ποινικού αδικήματος, ο εναγόμενος, ο μηνυόμενος, ο υπόδικος
β) ύποπτος για αξιόποινη πράξη, ο οποίος έχει παραπεμφθεί σε δίκη.
[ΕΤΥΜΟΛ. Μτχ. μέσ. ενεστ. του ρ. κατηγορῶ].