Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κεφαλαιωτής

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: κεφαλαιωτής Medium diacritics: κεφαλαιωτής Low diacritics: κεφαλαιωτής Capitals: ΚΕΦΑΛΑΙΩΤΗΣ
Transliteration A: kephalaiōtḗs Transliteration B: kephalaiōtēs Transliteration C: kefalaiotis Beta Code: kefalaiwth/s

English (LSJ)

οῦ, ὁ, = Lat. A capitularius, secretary and treasurer of a group of landowners or artisans, acting as recruiting officer, tax collector, etc., PThead.22.4 (iv A.D.), PLips.40 iii 17 (iv/v A.D.), 48.9 (pl., iv A.D.), al., Cod.Theod.11.24.6.7 (pl.); τοῦ ἡγεμονικοῦ πολυκώπου PGrenf.2.80 (pl., v A.D.); ταρσικαρίων PLips.89 (iv A.D.); πιττακίων Sammelb.4422.2; πλινθουργῶν ib.5175.21 (vi A.D.), al. II in plural, = Lat. optimates, Olymp.Hist.p.452 D.

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

Greek (Liddell-Scott)

κεφαλαιωτής: ὁ, ἐν τῷ πληθ. οἱ κεφαλαιωταί, = οἱ πρῶτοι, οἱ ἀρχηγοί, κοινῶς «τὰ κεφάλια», Χρον. Πάσχ. σ. 26Α, Εὐστ. Πονημάτ. σ. 282, 90, κλπ.

Greek Monolingual

κεφαλαιωτής, -οῡ, ὁ (ΑΜ) κεφαλαιώ
στον πληθ. οι κεφαλαιωταί, οι κεφαλές, οι αρχηγοί, οι πρώτοι
αρχ.
γραμματέας ή ταμίας ενός συντεχνιακού ομίλου γαιοκτημόνων ή τεχνιτών, π.χ. φοροσυλλέκτης, στρατολόγος κ.λπ.