Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κοινοθανής

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: κοινοθᾰνής Medium diacritics: κοινοθανής Low diacritics: κοινοθανής Capitals: ΚΟΙΝΟΘΑΝΗΣ
Transliteration A: koinothanḗs Transliteration B: koinothanēs Transliteration C: koinothanis Beta Code: koinoqanh/s

English (LSJ)

ές,

   A of common death, κ. Μοιρῶν γήραϊ IPE2.911 (Panticap.).

Greek Monolingual

κοινοθανής, -ές (Α)
επιγρ. αυτός που αναφέρεται σε κοινό θάνατο.
[ΕΤΥΜΟΛ. < κοινός + -θανής (< θ. θαν- του θνήσκω, πρβλ. αόρ. β' -θαν-ον), πρβλ. αωρο-θανής, νεο-θανής].