Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κοφτερός

Μὴ φῦναι τὸν ἅπαντα νικᾷ λόγον -> Not to be born is, past all prizing, best.
Sophocles, Oedipus Coloneus l. 1225

Greek Monolingual

-ή, -ό κοφτός
1. αυτός που κόβει καλά, αιχμηρός, οξύς («κοφτερό ψαλίδι»)
2. το ουδ. ως ουσ. το κοφτερό
καθετί που κόβει.