Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κοφτερός

Μολὼν λαβέ -> Come and take them
Plutarch, Apophthegmata Laconica 225C12

Greek Monolingual

-ή, -ό κοφτός
1. αυτός που κόβει καλά, αιχμηρός, οξύς («κοφτερό ψαλίδι»)
2. το ουδ. ως ουσ. το κοφτερό
καθετί που κόβει.