Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀτυχία

Φιλοκαλοῦμέν τε γὰρ μετ' εὐτελείας καὶ φιλοσοφοῦμεν ἄνευ μαλακίας -> Our love of what is beautiful does not lead to extravagance; our love of the things of the mind does not makes us soft.
Τhucydides, 2.40.1
Full diacritics: ἀτῠχία Medium diacritics: ἀτυχία Low diacritics: ατυχία Capitals: ΑΤΥΧΙΑ
Transliteration A: atychía Transliteration B: atychia Transliteration C: atychia Beta Code: a)tuxi/a

English (LSJ)

ἡ, ill-luck, Amphis 3.    II = ἀτύχημα, miscarriage, mishap, Hp.Fract.25, Antipho 2.2.13, X.Mem. 3.9.8(pl.), Men.674; defeat in war, Aeschin.3.55.    2 euphem. for ἀτιμία, D.21.59; for crime, Din.1.77, Plb.12.13.5, etc.    3 of a person, ἀ. κοσμουμένα Axiop.4.5.    4 failure to obtain, τινός Aret.SD1.5.

German (Pape)

[Seite 390] ἡ, 1) das Nichterlangen, Mißlingen, Plat. Crat. 420 c. – 2) ἡ ἐν Χαιρωνείᾳ, Niederlage, Aesch. 3, 55; übh. Unglück, Dem.; Pol. 12, 13; öfter Uebelthat, Verbrechen.

Greek (Liddell-Scott)

ἀτυχία: ἡ, ἡ κατάστασις τοῦ ἀτυχοῦς, κακὴ τύχη, δυστυχία, οἵα ὑποτίθεται ὅτι προσκολλᾶται εἴς τινας ἀνθρώπους, Δείναρχ. 100. β, πρβλ. Ἄμφιν ἐν «Ἀμπελουργῷ» 1. ΙΙ. = ἀτύχημα Ἱππ. π. Ἀγμ. 767, Ἀντιφῶν 117. 40, Ξεν. Ἀπομν. 3. 9, 8, κτλ. 2) κατ' εὐφημισμὸν ἀντὶ ἀτιμία, Δημ. 533. 11· καὶ ἐπὶ ἐγκλήματος, Πολύβ. 12. 13, 5, κτλ· πρβλ. συμφορά, ἀτυχέω.

French (Bailly abrégé)

ας (ἡ) :
1 malchance, revers;
2 infortune, malheur.
Étymologie: ἀτυχής.

Spanish (DGE)

(ἀτῠχία) -ας, ἡ

• Alolema(s): jón. -ίη Hp.Fract.25, Aret.SD 1.5.8
I 1infortunio, mala suerte πῶς ἄν τις ἀτυχίαν ῥᾷστα φέροι; D.L.1.36 (= Thal.A 1.36), οὐκ ἔστιν οὐδὲν ἀτυχίας ἀνθρωπίνης παραμύθιον ... Amphis 3, ἐλεήσαντας τὴν ἀτυχίαν μου Antipho 2.2.13, ἐπὶ φίλων ἀ. X.Mem.3.9.8, ἀ. τῆς πόλεως Aeschin.3.131, τοσαύτη τις ἀτυχία ἐστι περὶ ἡμᾶς D.57.33, εὐτυχία καὶ ἀ. Arist.EN 1124a14, cf. Plu.Cor.35, D.Chr.3.21
contratiempo, accidente οὐ γὰρ οἴονται ... τὴν ἀνάψυξιν τοῦ ἕλκεος αἰτίην, ἀλλὰ ἄλλην τινὰ ἀτυχίην Hp.l.c.
2 fracaso, falta de éxito en la guerra πρὸ τῆς ἀτυχίας τῆς ἐν Ἑλλησπόντῳ Isoc.12.99, μεμισηκὼς τὴν περὶ Σικελίαν ... ἀτυχίαν Pl.Ep.350d
fracaso en obtener algo c. gen. τῆς κούρης Aret.SD l.c.
3 euf. delito, infamia τὸν εἰς τὰς δεινοτάτας ἀτυχίας ἐμβεβληκότα τὴν πόλιν Din.1.77, οὐδὲν ἂν αὐτῷ συνεξέδραμε τοιαύταις ἀτυχίαις παλαίοντι Plb.12.13.5.
II carencia c. gen. πάντων ἐν ἀτυχίᾳ ὧν χαρίζοιτ' ἂν ὁ νόμος I.AI 19.195.

Greek Monolingual

και ατυχιά, η (AM ἀτυχία) ατυχής
1. δυστυχία ή κακοτυχία
2. κακοπάθημα, συμφορά
3. κακή πράξη ή έγκλημα
μσν.- νεοελλ.
1. πονηρία, κακία
2. ηθική αθλιότητα
3. μοιχεία, απιστία συζυγική
4. ανοησία, άστοχη πράξη
μσν.
1. δειλία
2. περιφρόνηση.

Greek Monotonic

ἀτῠχία: ἡ, κακή τύχη· ατυχία, αποτυχία, αναποδιά, σε Ξεν.

Russian (Dvoretsky)

ἀτῠχία: ἡ Xen., Plat., Aeschin., Dem., Polyb. = ἀτύχημα 1 и 3.

Middle Liddell


ill-luck:—a misfortune, miscarriage, mishap, Xen.