Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κραιπαλώδης

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels
Full diacritics: κραιπᾰλώδης Medium diacritics: κραιπαλώδης Low diacritics: κραιπαλώδης Capitals: ΚΡΑΙΠΑΛΩΔΗΣ
Transliteration A: kraipalṓdēs Transliteration B: kraipalōdēs Transliteration C: kraipalodis Beta Code: kraipalw/dhs

English (LSJ)

ες,

   A given to drunkenness, Plu.2.647e.    2 Adv. -δῶς in a drunken manner, αὐτοσχεδιάζειν Phld.Rh.2.22 S.

Greek (Liddell-Scott)

κραιπᾰλώδης: -ες, (εἶδος) δεδομένος εἰς μέθην, Πλούτ. 2. 647D.

French (Bailly abrégé)

ης, ες :
ivrogne.
Étymologie: κραιπάλη, -ωδης.

Greek Monolingual

-ες (Α κραιπαλώδης, -ῶδες)
αυτός που έχει παραδοθεί στη μέθη, ο μέθυσος.
επίρρ...
κραιπαλωδώς (Α κραιπαλωδῶς)
με συμπεριφορά μεθυσμένου.
[ΕΤΥΜΟΛ. < κραιπάλη + κατάλ. -ώδης].