Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κυματόζωστος

Ὃν οἱ θεοὶ φιλοῦσιν ἀποθνήσκει νέος → He whom the gods love dies young
Menander, fr. 125

Greek Monolingual

-η, -ο
αυτός που περιβάλλεται από κύματα («κυματόζωστο νησί», Εφταλ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < κῦμα, -α-τ-ος + -ζωστος (< ζώνω), πρβλ. θαλασσόζωστος, σφιχτόζωστος].