Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κυματόζωστος

Φοβοῦ τὸ γῆρας, οὐ γὰρ ἔρχεται μόνον -> Fear old age, for it never comes alone
Menander

Greek Monolingual

-η, -ο
αυτός που περιβάλλεται από κύματα («κυματόζωστο νησί», Εφταλ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < κῦμα, -α-τ-ος + -ζωστος (< ζώνω), πρβλ. θαλασσόζωστος, σφιχτόζωστος].