Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

νησί

Σκιᾶς ὄναρ ἄνθρωπος -> Man is a dream of a shadow
Pindar, Pythian 8.95f.

Greek Monolingual

το (ΑΜ νησίον, Μ και νησίν και νησσίν)
μεγάλο ή μικρό τμήμα ξηράς που περιβάλλεται από παντού από θάλασσα ή από μεγάλης έκτασης γλυκά νερά, λ.χ. λίμνης ή ποταμού («εφωνάξανε ώς τ' αστέρια / του Ιονίου και τα νησιά», Σολωμ.)
νεοελλ.
(ως τοπων.) τα Νησ(ι)ά
οι Κυκλάδες
αρχ.
νησίδα, μικρό νησί, νησάκι.
[ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. νησί < αρχ. νησίον, υποκορ. του νῆσος.