Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

λάμψη

Φιλοκαλοῦμέν τε γὰρ μετ' εὐτελείας καὶ φιλοσοφοῦμεν ἄνευ μαλακίας -> Our love of what is beautiful does not lead to extravagance; our love of the things of the mind does not makes us soft.
Τhucydides, 2.40.1

Greek Monolingual

η (AM λάμψη) λάμπω
ακτινοβολία του φωτός, φωτοβολία, ανταύγεια (α. «λάμψις ἡλίου», Γεωπ.
β. «λάμψις ἀστέρων», Φίλ.)
2. αίγλη, δόξα, λαμπρότητα
νεοελλ.
(ορυκτ.) τρόπος ή είδος εμφάνισης της επιφάνειας ενός ορυκτού σε σχέση με την ποιότητα του ανακλώμενου από αυτήν φωτός (α. «μεταλλική λάμψη» β. «υαλώδης λάμψη»)
νεοελλ.-μσν.
αστραπή.