Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

λάμψη

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.

Greek Monolingual

η (AM λάμψη) λάμπω
ακτινοβολία του φωτός, φωτοβολία, ανταύγεια (α. «λάμψις ἡλίου», Γεωπ.
β. «λάμψις ἀστέρων», Φίλ.)
2. αίγλη, δόξα, λαμπρότητα
νεοελλ.
(ορυκτ.) τρόπος ή είδος εμφάνισης της επιφάνειας ενός ορυκτού σε σχέση με την ποιότητα του ανακλώμενου από αυτήν φωτός (α. «μεταλλική λάμψη» β. «υαλώδης λάμψη»)
νεοελλ.-μσν.
αστραπή.