Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

λερώνω

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

λερώνω) λερός
ρυπαίνω, βρομίζωακόμη δεν το αγόρασα το βιβλίο και το λέρωσα»)
νεοελλ.
1. (αμτβ.) ρυπαίνομαι, λεκιάζομαι («πάλι λέρωσε αυτό το πουκάμισο»)
2. μτφ. ντροπιάζω, στιγματίζω, σπιλώνω ηθικώς («αυτό το παιδί λέρωσε το όνομα της οικογένειας»).