Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

λερώνω

Μολὼν λαβέ -> Come and take them
Plutarch, Apophthegmata Laconica 225C12

Greek Monolingual

λερώνω) λερός
ρυπαίνω, βρομίζωακόμη δεν το αγόρασα το βιβλίο και το λέρωσα»)
νεοελλ.
1. (αμτβ.) ρυπαίνομαι, λεκιάζομαι («πάλι λέρωσε αυτό το πουκάμισο»)
2. μτφ. ντροπιάζω, στιγματίζω, σπιλώνω ηθικώς («αυτό το παιδί λέρωσε το όνομα της οικογένειας»).