Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μαγαζί

Σκιᾶς ὄναρ ἄνθρωπος -> Man is a dream of a shadow
Pindar, Pythian 8.95f.

Greek Monolingual

το (Μ μαγαζί)
1. κατάστημα πώλησης διαφόρων αγαθών, εμπορικό κατάστημα ή εργαστήριο
2. αποθήκη
νεοελλ.
στον πληθ. τα μαγαζιά
η αγορά, ο τόπος όπου είναι συγκεντρωμένα πολλά εμπορικά καταστήματα ή εργαστήρια
μσν.
χώρος για φύλαξη χρήσιμων αντικειμένων.
[ΕΤΥΜΟΛ. < βεν. magazin, ιταλ. magazzino < αραβ. machāzin, πληθ. του machzan].