Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μαγαζί

Ἐδιζησάμην ἐμεωυτόν -> I searched out myself
Heraclitus, fr. 101B

Greek Monolingual

το (Μ μαγαζί)
1. κατάστημα πώλησης διαφόρων αγαθών, εμπορικό κατάστημα ή εργαστήριο
2. αποθήκη
νεοελλ.
στον πληθ. τα μαγαζιά
η αγορά, ο τόπος όπου είναι συγκεντρωμένα πολλά εμπορικά καταστήματα ή εργαστήρια
μσν.
χώρος για φύλαξη χρήσιμων αντικειμένων.
[ΕΤΥΜΟΛ. < βεν. magazin, ιταλ. magazzino < αραβ. machāzin, πληθ. του machzan].