Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μαστάρι

Σκιᾶς ὄναρ ἄνθρωπος -> Man is a dream of a shadow
Pindar, Pythian 8.95f.

Greek Monolingual

το (Α μαστάριον, Μ μαστάρι και μαστάριν και μουστάρι και μαστάρ') μαστός
νεοελλ.
1. ο μαστός τών γαλακτοφόρων ζώων
2. ειρων. μεγάλος γυναικείος μαστός
μσν.-αρχ.
ο μαστός («τὰ μαστάρια τοῑς δικασταῑς ἀπέδειξας», Αλκίφρ.)
αρχ.
1. μικρός μαστός
2. κύπελλο που έχει το σχήμα μαστού
3. το μαστοειδές κάλυμμα του άμβυκα.