Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μελανόδερμος

Ἢ τὰν ἢ ἐπὶ τᾶς -> Either with this or on this | Come back victorious or dead
Plutarch, Moralia 241

Greek Monolingual

-η, -ο (Α μελανοδέρματος, -ον)
αυτός του οποίου το δέρμα έχει μαύρο χρώμα, μελαψός, μελαχρινός.
[ΕΤΥΜΟΛ. < μέλας, -ανος+ δέρμα, -ατος (πρβλ. λευκο-δέρματος, παχύ-δερμος)].