Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μελανόδερμος

Ἓν οἶδα, ὅτι οὐδὲν οἶδα –> I know only one thing, that I know nothing | all I know is that I know nothing.
Diogenes Laertius, Lives of the Philosophers, Book 2 sec. 32.

Greek Monolingual

-η, -ο (Α μελανοδέρματος, -ον)
αυτός του οποίου το δέρμα έχει μαύρο χρώμα, μελαψός, μελαχρινός.
[ΕΤΥΜΟΛ. < μέλας, -ανος+ δέρμα, -ατος (πρβλ. λευκο-δέρματος, παχύ-δερμος)].