Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μεταποιώ

κόσμος σκηνή, ὁ βίος πάροδος· ἦλθες, εἶδες, ἀπῆλθες -> The world is a stage, life is a performance, you came, you saw, you departed
Democritus, fr. 115 D-K

Greek Monolingual

(ΑΜ μεταποιῶ, -έω, σπάν. -όω)
μεταβάλλω την υφή ή τη μορφή ενός πράγματος, μετασκευάζω, μετασχηματίζω
μσν.
υποστηρίζω, συμπαρίσταμαι, βοηθώ
αρχ.
1. κάνω κάποιον να αλλάξει γνώμη, μεταπείθω
2. (με γεν.) καταδιώκω
3. (το μέσ.) μεταποιοῡμαι, -έομαι
(με γεν.) α) μοχθώ, κοπιάζω για κάτι, προσπαθώ, αγωνίζομαι
β) αντιποιούμαι, ιδιοποιούμαι, οικειοποιούμαι
4. (το παθ.) μεταποιοῡμαι, -όομαι
είμαι προικισμένος με διαφορετική ποιότητα.