Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μπακ

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

(I)
το άκλ. ναυτ. πλωτό μέσο για τη μεταφορά προσώπων ή πραγμάτων από τη μια όχθη ενός ποταμού στην άλλη, πορθμείο.
[ΕΤΥΜΟΛ. < γαλλ. bac < λατ. baccus «δοχείο όπου τοποθετούνται υγρά»].
(II)
το
άκλ. (αθλ.) αμυντικὸς παίκτης ποδοσφαιρικής ομάδας, οπισθοφύλακας.
[ΕΤΥΜΟΛ. < αγγλ. back «πίσω»].