Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μυάκιον

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.
Full diacritics: μυάκιον Medium diacritics: μυάκιον Low diacritics: μυάκιον Capitals: ΜΥΑΚΙΟΝ
Transliteration A: myákion Transliteration B: myakion Transliteration C: myakion Beta Code: mua/kion

English (LSJ)

τό, Dim. of μύαξ, Aët. 12.55, Gloss.

German (Pape)

[Seite 213] τό, dim. von μύαξ, Hesych. v. ὄστρεον.

Greek (Liddell-Scott)

μυάκιον: τό, ὑποκοριστ. τοῦ μύαξ, ὡς τὸ χήμη, καὶ Λατιν. concha, μέτρον τι, ἴδε Δουκάγγ.

Greek Monolingual

μυάκιον, τὸ (ΑΜ, Μ και μυάκιν)
μσν.
αρχιτ. μικρό κοίλωμα
αρχ.
υποκορ. του μύαξ.
[ΕΤΥΜΟΛ. < μύαξ, -ακος «όστρακο, καύκαλο, κοίλωμα»].