Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κοίλωμα

Ἐδιζησάμην ἐμεωυτόν -> I searched out myself
Heraclitus, fr. 101B
Full diacritics: κοίλωμα Medium diacritics: κοίλωμα Low diacritics: κοίλωμα Capitals: ΚΟΙΛΩΜΑ
Transliteration A: koílōma Transliteration B: koilōma Transliteration C: koiloma Beta Code: koi/lwma

English (LSJ)

ατος, τό,

   A hollow, cavity, Arist.Spir.483b23, Mu.395b34 (pl.), Anon.Lond. 23.20 (pl.), Thphr.HP3.8.3 (pl.), Babr.86.1, Ruf.Onom.145; [τοῦ νώτου] PMag.Par.1.1846; τὰ κ. τῶν νεφῶν Epicur.Ep.2p.44U., cf. 1p.9U.    2 basin into which rivers discharge, Plb.4.39.2 (pl.), 8; bed of a torrent, Id.4.70.7: generally, of hollow places, low-lying land, LXX Ge.23.2, Agatharch.32; κ. ἔμβροχον BGU571.12 (ii A.D.); excavation, PPetr.2p.43 (pl., iii B.C.).    II ulcer on the cornea, Gal.14.773, Aët.7.29.    III Astrol., = ταπείνωμα, Paul.Al.A.2, Cat.Cod.Astr.8(1).243 (pl.).    IV metaph., τὰ κ. τῆς εὐτυχίας weak points in... Phld.Vit.p.12 J.

German (Pape)

[Seite 1467] τό, das Ausgehöhlte, die Vertiefung; des Meeres, Pol. 4, 39, 2; des Flußbettes, 4, 70, 7; a. Sp., wie Luc. Amor. 34.

Greek (Liddell-Scott)

κοίλωμα: τό, ὡς καὶ νῦν, Ἀριστ. π. Πνεύμ. 5, 8, π. Κόσμ. 4, 29, Βάβρ. 86. 1, κτλ.

French (Bailly abrégé)

ατος (τό) :
1 creux, cavité ; particul. lit de la mer, d’un fleuve;
2 tache sur la cornée.
Étymologie: κοιλόω.

Greek Monolingual

το (AM κοίλωμα, Μ και κοίλωμαν) κοιλώ
1. βαθούλωμα, κούφωμακοίλωμα βράχου»)
2. χαμηλός τόπος, κοιλάδα, λάκκωμα
νεοελλ.
(εμβρυολ. -ζωολ.) κοιλότητα μεταξύ του πεπτικού αγωγού και του σωματικού τοιχώματος του ζώου που σχηματίζεται μεταξύ στρωμάτων του μεσοδέρματος, ενός από τα βλαστητικά στρώματα του εμβρύου, και συμμετέχει στον σχηματισμό αρκετών εσωτερικών οργάνων
αρχ.
1. είδος δεξαμενής στην οποία χυνόταν το νερό που πλεόναζε από ποταμό
2. κοίτη χειμάρρου
3. η ανόρυξη, η ανασκαφή
4. (στον κερατοειδή χιτώνα του οφθαλμού) έλκος, τραύμα, πληγή
5. αστρολ. η απόκλιση αστέρα, το ταπείνωμα
6. μτφ. το τρωτό σημείο.

Greek Monotonic

κοίλωμα: -ατος, τό, κοίλωμα, κοιλότητα, κουφάλα, κούφωμα, σε Βάβρ. κ.λπ.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

κοίλωμα -τος, τό [κοιλόω] holte.

Russian (Dvoretsky)

κοίλωμα: ατος τό впадина, углубление, полость Arst., Polyb., Luc., Plut.

Middle Liddell

κοίλωμα, ατος, τό,
a hollow, cavity, Babr., etc.