Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μυθιστόρημα

κόσμος σκηνή, ὁ βίος πάροδος· ἦλθες, εἶδες, ἀπῆλθες -> The world is a stage, life is a performance, you came, you saw, you departed
Democritus, fr. 115 D-K

Greek Monolingual

το
1. λογοτεχνικό πεζογραφικό έργο με μεγάλη συνήθως έκταση στο οποίο γίνεται παρουσίαση ιστορικών ή φανταστικών γεγονότων και περιγράφονται χαρακτήρες, ήθη και συναισθηματικές καταστάσεις ποιητικώς διασκευασμένα, που κύριο σκοπό έχουν να τέρψουν και να διδάξουν τον αναγνώστη
2. μτφ. πλαστή ιστορία, μύθευμα, παραμύθι («έφτειαξε ολόκληρο μυθιστόρημα για να καλύψει τα σφάλματά του»).
[ΕΤΥΜΟΛ. < μύθος + ἱστόρημα (< ἱστορῶ). Η λ. μαρτυρείται από το 1865 στον Π. Σούτσο].