Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ντρέπομαι

Φοβοῦ τὸ γῆρας, οὐ γὰρ ἔρχεται μόνον -> Fear old age, for it never comes alone
Menander

Greek Monolingual

και ντρέπουμαι
1. αισθάνομαι ντροπή, αισχύνομαι («ντρέπομαι να τήν δω μετά από αυτό που της έκανα»)
2. σέβομαι κάποιον, αισθάνομαι δέος για κάποιον, συνήθως μεγαλύτερο σε ηλικία ή ανώτερο σε αξίωμαντρέπομαι τον πατέρα μου»)
3. διστάζω, συστέλλομαι («φάε κι άλλο, χωρίς να ντρέπεσαι»).
[ΕΤΥΜΟΛ. < αρχ. ἐν-τρέπομαι < ἐν + τρέπομαι (με σίγηση του αρκτικού φωνήεντος) με τη σημ. «κλείνομαι στον εαυτό μου από ενοχή, φόβο ή δισταγμό για κάτι»].