Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ξανθόλευκος

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: ξανθόλευκος Medium diacritics: ξανθόλευκος Low diacritics: ξανθόλευκος Capitals: ΞΑΝΘΟΛΕΥΚΟΣ
Transliteration A: xanthóleukos Transliteration B: xantholeukos Transliteration C: ksantholefkos Beta Code: canqo/leukos

English (LSJ)

ον,

   A pale yellow, Gal.17(1).835.

Greek Monolingual

ξανθόλευκος, -ον (Α)
αυτός που έχει απαλό κίτρινο χρώμα το οποίο αποκλίνει προς το λευκό, ωχρόλευκος.