Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ξεπέφτω

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a

Greek Monolingual

1. πέφτω κάτω ἡ έξω από κάποια θέση
2. περιπίπτω σε οικονομική ή κοινωνική εξαθλίωση, παρακμάζω
3. χάνω την υπόληψή μου, υφίσταμαι ηθική μείωση, εξαχρειώνομαι («με αυτά που κάνει ξεπέφτει στα μάτια του κόσμου»)
4. (για πράγματα) χάνω μέρος της αγοραστικής μου τιμής, υποτιμώμαι
5. χάνω βάρος, αδυνατίζω.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ἐκ-πίπτω (αόρ. εξ-έπεσα), βλ. και λ. ξ(ε)-].