Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ξεπέφτω

Μολὼν λαβέ -> Come and take them
Plutarch, Apophthegmata Laconica 225C12

Greek Monolingual

1. πέφτω κάτω ἡ έξω από κάποια θέση
2. περιπίπτω σε οικονομική ή κοινωνική εξαθλίωση, παρακμάζω
3. χάνω την υπόληψή μου, υφίσταμαι ηθική μείωση, εξαχρειώνομαι («με αυτά που κάνει ξεπέφτει στα μάτια του κόσμου»)
4. (για πράγματα) χάνω μέρος της αγοραστικής μου τιμής, υποτιμώμαι
5. χάνω βάρος, αδυνατίζω.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ἐκ-πίπτω (αόρ. εξ-έπεσα), βλ. και λ. ξ(ε)-].