Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ξεριζώνω

Γηράσκω δ᾽ αἰεὶ πολλὰ διδασκόμενος -> I grow old always learning many things
Solon the Athenian

Greek Monolingual

1. τραβώ και βγάζω βίαια ένα φυτό από το χώμα μαζί με τις ρίζες του
2. μτφ. καταστρέφω κάτι ολοκληρωτικά, αφανίζω, ξεκληρίζω
3. μτφ. διώχνω βίαια και οριστικά ανθρώπους από τον τόπο της κατοικίας τους, από την πατρίδα τους, εκπατρίζω («οι Τούρκοι ξερίζωσαν τους Έλληνες της Μικράς Ασίας»).
[ΕΤΥΜΟΛ. < ἐκ-ριζώνω (αόρ. ἐξ-ερίζωσα), βλ. και λ. ξ(ε)-].