Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ξεφεύγω

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

1. κατορθώνω να διαφύγω από κάποιον που μέ καταδιώκει ή να αποφύγω κάτι που μέ βασανίζει, γλυτώνω από κάποιον ή από κάτι
2. περνώ απαρατήρητος, δεν επισημαίνομαι («ξέφυγε ένα σοβαρό λάθος στο κείμενο»)
3. αλλάζω θέμα συζήτησης με επιτήδειο τρόπο, υπεκφεύγω
4. εκτρέπομαι από το θέμα μου («ο ομιλητής ξέφυγε πολύ από το θέμα του»)
5. φρ. «μού ξεφεύγει»
α) ξεχνώ κάτι, δεν μπορώ να το θυμηθώ τη στιγμή που το χρειάζομαιξέρω το όνομά του, αλλά τώρα μού ξεφεύγει»)
β) κάνω κάτι χωρίς να το θέλω («μού ξέφυγε μια βρυσιά»).
[ΕΤΥΜΟΛ. < ἐκ-φεύγω (παρατ. ἐξ-έφευγα), βλ. και λ. ξ(ε)-].