Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ξεχώρισμα

Γηράσκω δ᾽ αἰεὶ πολλὰ διδασκόμενος -> I grow old always learning many things
Solon the Athenian

Greek Monolingual

το ξεχωρίζω
1. τοποθέτηση σε χωριστή, διαφορετική θέση
2. ιδιαίτερη προτίμηση, διάκριση
3. το να φαίνεται, να διακρίνεται κάτι καθαρά
4. υπεροχή έναντι άλλων.