Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ξυληρός

Ἢ τὰν ἢ ἐπὶ τᾶς -> Either with this or on this | Come back victorious or dead
Plutarch, Moralia 241
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: ξῠληρός Medium diacritics: ξυληρός Low diacritics: ξυληρός Capitals: ΞΥΛΗΡΟΣ
Transliteration A: xylērós Transliteration B: xylēros Transliteration C: ksyliros Beta Code: culhro/s

English (LSJ)

ά, όν, A appertaining to timber, σταθμοί SIG975.2 (Delos, iii B. C.). II ξυληρά, ἡ, timber-market, PTeb.316.95 (i A. D.).

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

Greek Monolingual

ξυληρός, -ά, -όν (Α)
1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στην ξυλεία
2. το θηλ. ως ουσ. ἡ ξυληρά
τόπος αγοράς ξυλείας.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ξύλον + κατάλ. -ηρός (πρβλ. αιχμ-ηρός)].