Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ξύπνιος

Ἐδιζησάμην ἐμεωυτόν -> I searched out myself
Heraclitus, fr. 101B

Greek Monolingual

-α, -ο
1. ξυπνητός, άγρυπνος, αυτός που δεν κοιμάται
2. μτφ. έξυπνος, ευφυής
3. το αρσ. ως ουσ. ο ξύπνιος
εγρήγορση, αφύπνιση, ξύπνημα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ξυπνός + κατάλ. -ιος, κατά το σχήμα ορθός: όρθιος].