Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ξύπνιος

Ἢ τὰν ἢ ἐπὶ τᾶς -> Either with this or on this | Come back victorious or dead
Plutarch, Moralia 241

Greek Monolingual

-α, -ο
1. ξυπνητός, άγρυπνος, αυτός που δεν κοιμάται
2. μτφ. έξυπνος, ευφυής
3. το αρσ. ως ουσ. ο ξύπνιος
εγρήγορση, αφύπνιση, ξύπνημα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ξυπνός + κατάλ. -ιος, κατά το σχήμα ορθός: όρθιος].