Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ολόσωμος

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

-η, -ο (ΑΜ ὁλόσωμος, -ον)
αυτός που έχει ή περιλαμβάνει όλο το σώμα ή αυτός του οποίου το σώμα είναι πλήρες
νεοελλ.
(το ουδ. πληθ. ως ουσ.) τα ολόσωμα
ζωολ. μικροσκοπικοί οργανισμοί χωρίς ειδικά όργανα, τών οποίων το σώμα δεν φέρει καμία υποδιαίρεση
μσν.
με ολόκληρο το σώμα, πλήρης, παντελής, ολοκληρωτικός.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ὁλ(ο)- + σῶμα, τ. σχηματισμένος από το θ. της ονομ. αντί ὁλοσώματος (πρβλ. μεγαλό-σωμος). Η λ. ως επιστημον. όρος της Νέας Ελληνικής είναι αντιδάνεια, πρβλ. αγγλ. holosomata].