Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

οἱ

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek (Liddell-Scott)

οἱ: γλουτoὶ νὰ ἐπερείδωνται ἐπὶ τῶν πτερνῶν, Ὀππ. Κυν. 3. 473· ἐν τῷ μέσῳ τύπῳ, Στράβ. 163, Ἡσύχ.

French (Bailly abrégé)

ou dev. un enclit. οἵ;
plur. masc. de l’art. ὁ, ἡ, τό.

Greek Monotonic

οἱ: ονομ. πληθ. του αρσ. άρθρου · I.οἵ, ονομ. πληθ. της αναφορ. αντων. ὅς.

Russian (Dvoretsky)

οἱ: перед энкл. οἵ pl. к ὁ.