πανελλήνιος

From LSJ

Καὶ ζῶνφαῦλος καὶ θανὼν κολάζεται → Vivisque mortuisque poena instat malis → Der Schlechte wird im Leben und im Tod bestraft

Menander, Monostichoi, 294

Greek Monolingual

-α, -ο, θηλ. και -ος / πανελλήνιος, -ον, ΝΑ Πανέλληνες
αυτός που ανήκει ή αναφέρεται σε όλους τους Έλληνες ή αυτός που γίνεται με τη συμμετοχή όλων τών Ελλήνων
νεοελλ.
το ουδ. ως ουσ. το πανελλήνιο(ν)
α) το σύνολο τών Ελλήνων, ολόκληρη η Ελλάδα
β) συμβουλευτικό σώμα του νεοσύστατου ελληνικού κράτους το οποίο συστάθηκε προς αντικατάσταση της Βουλής ύστερα από την αυτοδιάλυση της στις 18 Ιανουαρίου 1818
αρχ.
1. προσωνυμία του Διός στην Αθήνα και στην Αίγινα ως υπέρτατου θεού όλων τών Ελλήνων
2. το ουδ. ως ουσ. α) ο σύνδεσμος τών ενωμένων Ελλήνων το οποίο ιδρύθηκε από τον αυτοκράτορα Αδριανό και του οποίου τα μέλη ονομάζονταν Πανέλληνες
β) το ιερό του Διός στην Αίγινα που κτίστηκε στα χρόνια του αυτοκράτορα Αδριανού και αποτελούσε τόπο συνάντησης όλων τών Ελλήνων
3. (το ουδ. πληθ. κύριο όν.) τὰ Πανελλήνια
α) εορτή προς τιμήν του Διός Πανελληνίου που γινόταν στην Αίγινα, αλλά και σε άλλα μέρη της Ελλάδας
β) αγώνες που διεξάγονταν στην Αθήνα προς τιμήν του αυτοκράτορα Αδριανού.
επίρρ...
πανελληνίως και πανελλήνια / πανελληνίως ΝΑ
σε ολόκληρη την Ελλάδα, σε όλους τους Έλληνες, μεταξύ όλων τών Ελλήνων.