Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αντικατάσταση

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

η (Α ἀντικατάστασις)
το να τοποθετείται κάτι η κάποιος στη θέση κάποιου άλλου, η αναπλήρωση
νεοελλ.
γραμμ. φρ. «χρονική αντικατάσταση» — το να βρει κανείς έναν ρηματικό τύπο σε όλους τους χρόνους τους ίδιας έγκλισης
«εγκλιτική αντικατάσταση» σε όλες τις εγκλίσεις του ίδιου χρόνου
αρχ.
1. η αντίκρουση επιχειρημάτων
2. η αντίθεση, η εναντίωση.