Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

παρέκταση

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.

Greek Monolingual

η / παρέκτασις, -άσεως, ΝΑ παρεκτείνω
1. προσθήκη τμήματος σε ένα σύνολο για να συμπληρωθεί ή να επιμηκυνθεί, έκταση σε μήκος, επέκταση, επιμήκυνση («χρονικὴ παρέκτασις», Σέξτ. Εμπ.)
2. γραμμ. η επαύξηση του συνολικού αριθμού τών συλλαβών μιας λέξης με την προσθήκη ή παρένθεση άλλης συλλαβής λ.χ. ἀδελφεός < δελφός.