Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

παρέκταση

Τοῦ ὅλου οὖν τῇ ἐπιθυμίᾳ καὶ διώξει ἔρως ὄνομα -> Love is the name for our pursuit of wholeness, for our desire to be complete
Plato, Symposium, 192e10

Greek Monolingual

η / παρέκτασις, -άσεως, ΝΑ παρεκτείνω
1. προσθήκη τμήματος σε ένα σύνολο για να συμπληρωθεί ή να επιμηκυνθεί, έκταση σε μήκος, επέκταση, επιμήκυνση («χρονικὴ παρέκτασις», Σέξτ. Εμπ.)
2. γραμμ. η επαύξηση του συνολικού αριθμού τών συλλαβών μιας λέξης με την προσθήκη ή παρένθεση άλλης συλλαβής λ.χ. ἀδελφεός < δελφός.