Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

παρεκτείνω

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander
Full diacritics: παρεκτείνω Medium diacritics: παρεκτείνω Low diacritics: παρεκτείνω Capitals: ΠΑΡΕΚΤΕΙΝΩ
Transliteration A: parekteínō Transliteration B: parekteinō Transliteration C: parekteino Beta Code: parektei/nw

English (LSJ)

   A stretch out in line, deploy an army into line, Plb.11.12.4, etc.; of a fleet, π. ἐπὶ μίαν ναῦν Id.1.26.15; ὅτι πλεῖστον π. τὰς ναῦς D.S.13.98 : generally, stretch out beside, τὸ σῶμά τινι Plu.Agis 20; stretch out, εἰς λόγους ταῦτα π. Ps.-Luc.Philopatr.23 :—Pass., τῆς στρατοπεδείας παρὰ τὸν Ἀσωπὸν -τεταμένης Plu.Arist.11.    II intr., extend, of Place, ἐπὶ τὴν θάλασσαν LXX Ez.47.19; τὸ δεξιὸν κέρας παρὰ τὸν Εὐφράτην -τεῖνον D.S. 14.22; αἱ κῶμαι π. ἀπὸ Πισιδίας… ἕως Αυκίας Str.13.4.17; of Time, Thphr.CP1.13.9; τριταῖοι -τείνοντες, of semi-tertian fevers, Agathin. ap.Gal.7.367; -τεινόντων τῶν ἀγώνων Phld.Mus.p.109K.    2 of a man, extend his life, survive, μέχρι τινός D.H.Is.1.    3 in Logic, to be of wider extent, Arist.AP0.99a35.    III in Pass., c. dat., extend beside or be coextensive with, π. χείλεσι ποταμοῦ D.S.3.10; ὅλα ὅλοις -τείνεται Stoic.2.156 ; -τείνεσθαι τῷ χρόνῳ Diog.Bab.Stoic.3.216; ὕλης -τεινομένης τοῖς σώμασιν Jul.Or.4.134a.    2 metaph., measure oneself with, παρεκτείνεσθαί τινι Democr.238; μὴ -τείνου πένης ὢν πλουσίῳ LXXPr.23.4.

German (Pape)

[Seite 514] (s. τείνω), daneben, dabei, darüber ausdehnen, hinstrecken, τινά, Democrit. bei Stob. Floril. 22, 42; oft bei Pol. von taktischer Aufstellung der Soldaten, 1, 26, 5. 11, 12, 4; τὴν πλευρὰν ἑκάστην παρεκτείνων εἰς τέτταρα πλέθρα, D. Sic. 2, 10; auch, sc. ἑαυτόν, sich ausdehnen, erstrecken, also intrans., αἱ κῶμαι παρεξέτειναν ἀπὸ Πισιδίας ἕως Λυκίας, Strab. XIII, 631; vgl. D. Sic. 1, 30. 14, 22 u. a. Sp. So auch das pass., ἕλη παρεκτεί. νεται τοῖς χείλεσι τοῦ ποταμοῦ, D. Sic. 3, 9; Plut. Arist. 11.

Greek (Liddell-Scott)

παρεκτείνω: μέλλ. -τενῶ, ἐκτείνω εἰς γραμμήν, ἀναπτύσσω σῶμα στρατιωτικὸν εἰς γραμμήν, Πολύβ. 11. 12, 4, κτλ.· οὕτως ἐπὶ στόλου, π. ἐπὶ μίαν ναῦν ὁ αὐτ. 1. 26,15. - ἐπὶ ἄλλων πραγμάτων, ἐκτείνω πλησίον τινός, τὸ σῶμά τινι Πλουτ. Ἆγις 20 εἰς λόγους ταῦτα π. Ψευδο-Λουκ. Φιλόπατρ. 23. ΙΙ. ἀμετάβ., ἐκτείνομαι εἰς μῆκος, εἶμαι ἀκριβῶς παράλληλος, Ἀριστ. Ἀναλυτ. Ὕστ. 2. 17, 5· αἱ κῶμαι π. ἀπὸ Πισιδίας..ἕως Λυκίας Στράβ. 631· ἐπὶ χρόνου, Θεοφρ. περὶ Φυτ. Αἰτ. 1. 18, 9· 2) ἐπὶ τοῦ ἀνθρωπίνου βίου, καὶ μέχρι τῆς Φιλίππου δυναστείας παρεξέτεινε, δηλ. τὸν βίον, Διονυσ. Ἁλ. Ἰσαῖος 1. - οὕτω, ΙΙΙ. ἐν τῷ παθ., π. χείλεσι ποταμοῦ Διόδ. 3. 10· παρεκτείνεσθαί τινι, μετρεῖσθαι πρός τινα, Δημόκρ. παρὰ Στοβ. 189. 47· - ἐν Ἀνθ. Π. 9. 463 ὁ Δινδ. διορθοῖ πόλλ’ ὑπερεξετάθης ἀντὶ πουλὺ παρεξετάθης.

French (Bailly abrégé)

étendre à côté, allonger à côté ou sur le côté (une armée, une flotte).
Étymologie: παρά, ἐκτείνω.

Greek Monolingual

ΝΜΑ εκτείνω
κάνω κάτι να απλωθεί, εκτείνω σε γραμμή, επιμηκύνω
μσν.-αρχ.
παθ. παρεκτείνομαι
εκτείνομαι κοντά σε κάτι, είμαι ακριβώς παράλληλος με κάτι ή έχω την ίδια έκταση με κάποιον
αρχ.
1. (για στρατό και στόλο) αναπτύσσω σχηματισμό σε γραμμή («ἐπὶ μίαν παρεκτείναντες ναῡν», Πολύβ.)
2. εκτείνω κοντά σε κάποιον («παρεκτείνασα τῷ Ἄγιδι τὸ σῶμα», Πλούτ.)
3. επεκτείνω («εἰς λόγους ταῡτα παρεκτείνειν», Ψ. Λουκ.)
4. (για τόπο και χρόνο) εκτείνομαι, έχω έκταση
5. (για πρόσ.) επεκτείνω τη ζωή, επιζώ («καὶ μέχρι τῆς Φιλίππου δυναστείας παρεξέτεινε», Διον. Αλ.)
6. (λογ.) είμαι μεγαλύτερης εκτάσεως, έχω μεγαλύτερη έκταση
7. μτφ. μετριέμαι, συγκρίνομαι ως προς κάτι ή κάποιον («μὴ παρεκτείνου πένης ὤν πλουσίῳ», ΠΔ).

Greek Monotonic

παρεκτείνω: μέλ. -τενῶ, εκτείνω σε γραμμή, αναπτύσσω στρατιωτικό σώμα σε ευθεία διάταξη, σε Πολύβ.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

παρ-εκτείνω act. uitstrekken naast: met acc. en dat.:; ἐκείνην... π. τῷ Ἄγιδι (het dode lichaam van) die vrouw naast Agis uitstrekken Plut. Agis et Cl. 20.4; overdr. rekken:. εἰς λόγους δὲ ταῦτα παρεκτείναντες na deze kwestie langdurig bediscussieerd te hebben [Luc.] 82.23. med., overdr. zich meten met, met dat.: ὁ παρεκτεινόμενος τῷ κρέσσονι degene die zich met een machtigere meet Democr. B 238.

Russian (Dvoretsky)

παρεκτείνω:
1) досл. вытягивать, растягивать, воен. развертывать (ἡ στρατοπεδεία παρὰ τὸν ποταμὸν παρεκτεταμένη Plut.): ἐπὶ μίαν π. ναῦν Polyb. выстраивать корабли в одну линию; ἕλη παρεκτείνεται τοῖς χείλεσι τοῦ ποταμοῦ Diod. вдоль берегов реки тянутся болота;
2) укладывать рядом (τινί τι Plut.);
3) med. тягаться, меряться (τινι Democr.).

Middle Liddell

fut. -τενῶ
to stretch out in line, Polyb.