Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

παχυδάκτυλος

Σκιᾶς ὄναρ ἄνθρωπος -> Man is a dream of a shadow
Pindar, Pythian 8.95f.
Full diacritics: πᾰχυδάκτῠλος Medium diacritics: παχυδάκτυλος Low diacritics: παχυδάκτυλος Capitals: ΠΑΧΥΔΑΚΤΥΛΟΣ
Transliteration A: pachydáktylos Transliteration B: pachydaktylos Transliteration C: pachydaktylos Beta Code: paxuda/ktulos

English (LSJ)

ον,

   A thick-fingered, Polem.Phgn.86.

German (Pape)

[Seite 539] dickfingerig, Polemo.

Greek (Liddell-Scott)

πᾰχῠδάκτῠλος: -ον, ὁ ἔχων τοὺς δακτύλους παχεῖς, Πολέμων. Φυσιογν. σ. 310.

Greek Monolingual

-η, -ο / παχυδάκτυλος, -ον ΝΑ
αυτός που έχει παχιά δάκτυλα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < παχυ- + δάκτυλος (πρβλ. τετρα-δάκτυλος)].