Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πηδαλιώδης

Σκιᾶς ὄναρ ἄνθρωπος -> Man is a dream of a shadow
Pindar, Pythian 8.95f.
Full diacritics: πηδαλιώδης Medium diacritics: πηδαλιώδης Low diacritics: πηδαλιώδης Capitals: ΠΗΔΑΛΙΩΔΗΣ
Transliteration A: pēdaliṓdēs Transliteration B: pēdaliōdēs Transliteration C: pidaliodis Beta Code: phdaliw/dhs

English (LSJ)

ες,

   A rudder-shaped, Arist.PA683a36.

German (Pape)

[Seite 609] ες, von der Art, Gestalt des Steuerruders (?).

Greek (Liddell-Scott)

πηδᾰλιώδης: -ες, (εἶδος) ὁ ἔχων σχῆμα πηδαλίου, Ἀριστ. π. Ζ. Μορ. 4. 6, 16.

Greek Monolingual

-ες, ΝΑ πηδάλιον
όμοιος με πηδάλιο, αυτός που χρησιμοποιείται ως πηδάλιο (α. «πηδαλιώδη φτερά» — τα φτερά της ουράς του πουλιού που χρησιμοποιούνται ως πηδάλιο κατά την πτήση
β. «ὄπισθεν μόνον ἔχουσι τὰ πηδαλιώδη αἱ ἀκρίδες», Αριστοτ.).

Russian (Dvoretsky)

πηδᾰλιώδης: кормилообразный, похожий на кормовое весло: τὰ πηδαλιώδη τῶν ἀκρίδων Arst. лапки саранчи, подобные кормовому веслу.