Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πισσουργός

Φιλοκαλοῦμέν τε γὰρ μετ' εὐτελείας καὶ φιλοσοφοῦμεν ἄνευ μαλακίας -> Our love of what is beautiful does not lead to extravagance; our love of the things of the mind does not makes us soft.
Τhucydides, 2.40.1
Full diacritics: πισσουργός Medium diacritics: πισσουργός Low diacritics: πισσουργός Capitals: ΠΙΣΣΟΥΡΓΟΣ
Transliteration A: pissourgós Transliteration B: pissourgos Transliteration C: pissourgos Beta Code: pissourgo/s

English (LSJ)

ὁ,

   A maker of pitch, ibid.

German (Pape)

[Seite 619] att. -ττουργός, Pech machend, Theer schwelend, Sp.

Greek (Liddell-Scott)

πισσουργός: Ἀττ. πιττ-, όν, (*ἔργω) κατεργαζόμενος τὴν πίσσαν, δεῖται δὲ ὁ ναυπηγός… καὶ πιττουργοῦ καὶ στυππειοποιοῦ Θεοδωρήτου περὶ Ὕλης καὶ Κόσμου σελ. 176, ἔκδ. Gaisford, Πολυδ. Ζʹ, 101.

Greek Monolingual

ο, ΝΑ, και αττ. τ. πιττουργός, Α
παρασκευαστής πίσσας.
[ΕΤΥΜΟΛ. < πίσσα + -ουργός (< έργον)].