Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πισσώνω

Γηράσκω δ᾽ αἰεὶ πολλὰ διδασκόμενος -> I grow old always learning many things
Solon the Athenian

Greek Monolingual

πισσῶ, -όω, ΝΑ, αττ. τ. πιττῶ, -όω Α πίσσα:]
χρίω, αλείφω κάτι με πίσσα, κατραμώνω («πισσοῦν τὰς ὀροφάς», επιγρ.)
αρχ.
1. επιχρίω ορειχάλκινα αγάλματα με πίσσα προκειμένου να κατασκευάσω τις μήτρες, τα καλούπια τους, ή αλείφω με πίσσα ορειχάλκινα αγάλματα προκειμένου να τά καθαρίσω
2. (ως συνήθεια τών γυναικών και τών κίναιδων) αφαιρώ τις τρίχες της κεφαλής ή του σώματος με έμπλαστρο από πίσσα («ἦν τῶν πιττουμένων τὰ σκέλη καὶ τὸ σῶμα ὅλον», Δήμων).