Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πλακοειδής

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

-ές, Ν
1. αυτός που έχει σχήμα πλάκας
2. φρ. «πλακοειδές κολλέγχυμα»
βοτ. τύπος κολλεγχύματος στο οποίο η πάχυνση τών κυτταρικών τοιχωμάτων του τελείται στις εφαπτόμενες επιφάνειές τους
β) «πλακοειδές λέπι»
ζωολ. τύπος αδρού λεπιού τών σελάχιων Ιχθύων, που έχει τη δομή δοντιού.
[ΕΤΥΜΟΛ. < πλάκα + -ειδής].