Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πλατύσωμος

Ἐς δὲ τὰ ἔσχατα νουσήματα αἱ ἔσχαται θεραπεῖαι ἐς ἀκριβείην, κράτισται -> For extreme diseases, extreme methods of cure, as to restriction, are most suitable.
Corpus Hippocraticum, Aphorisms 1.6.2
Full diacritics: πλᾰτύσωμος Medium diacritics: πλατύσωμος Low diacritics: πλατύσωμος Capitals: ΠΛΑΤΥΣΩΜΟΣ
Transliteration A: platýsōmos Transliteration B: platysōmos Transliteration C: platysomos Beta Code: platu/swmos

English (LSJ)

ον,

   A with a broad body, Tz.H.6.420.

German (Pape)

[Seite 627] mit breitem Körper, Sp.

Greek (Liddell-Scott)

πλᾰτύσωμος: -ον, ὁ ἔχων πλατὺ σῶμα, Τζέτζ. Ἱστ. 6. 420.

Greek Monolingual

-η, -ο / πλατύσωμος, -ον, ΝΜ
αυτός που έχει πλατύ σώμα ή αυτός που έχει ευρύ κορμό.
[ΕΤΥΜΟΛ. < πλατυ- + σῶμα.