Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

περισσεία

Ἐδιζησάμην ἐμεωυτόν -> I searched out myself
Heraclitus, fr. 101B
Full diacritics: περισσεία Medium diacritics: περισσεία Low diacritics: περισσεία Capitals: ΠΕΡΙΣΣΕΙΑ
Transliteration A: perisseía Transliteration B: perisseia Transliteration C: perisseia Beta Code: perissei/a

English (LSJ)

ἡ,

   A surplus, abundance, 2 Ep.Cor.8.2; χρημάτων IG5(1).550.    II advantage, LXX Ec. 1.3,al.

German (Pape)

[Seite 592] ἡ, der Ueberfluß, der Vorzug, LXX.

Greek (Liddell-Scott)

περισσεία: ἡ, περίσσευμα, ὑπόλοιπον, ἀφθονία, Β´ Ἐπιστ. πρ. Κορινθ. η´, 8, Συλλ. Ἐπιγρ. 1378· κατὰ περισσείαν, ὡς ἐκ περισσοῦ, ex abundanti, «σύνδεσμος παραπληρωματικὸς καὶ κατὰ περισσείαν κείμενος» Τζέτζ. Ἐξήγ. Ἰλ. 119, 23. ΙΙ. πρόοδος, προαγωγή, Ἑβδ. (Ἐκκλ. Α´, 3).

French (Bailly abrégé)

ας (ἡ) :
1 supériorité;
2 abondance excessive, superflu.
Étymologie: περισσός.

English (Strong)

from περισσεύω; surplusage, i.e. superabundance: abundance(-ant, (-ly)), superfluity.

English (Thayer)

περισσειας, ἡ (περισσεύω, which see);
1. abundance: τῆς χάριτος, τῆς χαρᾶς, εἰς περισσείαν, adverbially, superabundantly, superfluously, (A. V. out of measure), superiority; preference, preeminence: יותֵר, יִתְרון, gain, profit: for יִתְרון, residue, remains: κακίας, the wickedness remaining over in the Christian from his state prior to conversion, περίσσευμα, 2; (others adhere in this passive to the meaning which the word bears elsewhere in the N. T. viz. 'excess','superabundance,' (A. V. superfluity)).

Greek Monotonic

περισσεία: ἡ (περισσός), πλεόνασμα, περίσσευμα, σε Καινή Διαθήκη

Russian (Dvoretsky)

περισσεία: ἡ NT = περίσσευμα.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

περισσεία -ας, ἡ [περιττεύω] overvloed.

Middle Liddell

περισσεία, ἡ, περισσός
surplus, abundance, NTest.

Chinese

原文音譯:perisse⋯a 胚里些阿
詞類次數:名詞(4)
原文字根:周圍 (超越)
字義溯源:盈餘,滿溢,豐富,過量,更加,滿足,充足,剩餘;源自(περισσεύω)=充足有餘);而 (περισσεύω)出自(περισσός)=極多的), (περισσός)出自(περί / περαιτέρω)=經由,周圍,有關), (περί / περαιτέρω)出自(πέραν)=那邊), (πέραν)又出自(πειράω)X*=穿過)。參讀 (ἁδρότης)同義字
出現次數:總共(4);羅(1);林後(2);雅(1)
譯字彙編
1) 大量的(1) 雅1:21;
2) 更加(1) 林後10:15;
3) 滿溢(1) 林後8:2;
4) 豐富(1) 羅5:17