Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πληγενής

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels
Full diacritics: πληγενής Medium diacritics: πληγενής Low diacritics: πληγενής Capitals: ΠΛΗΓΕΝΗΣ
Transliteration A: plēgenḗs Transliteration B: plēgenēs Transliteration C: pligenis Beta Code: plhgenh/s

English (LSJ)

ὁ, ἡ, (πέλας, γί-γν-ομαι)

   A half-brother, half-sister, Hsch.

German (Pape)

[Seite 631] ὁ und ἡ, Halbbruder, Halbschwester, Hesych.

Greek (Liddell-Scott)

πληγενής: ὁ, ἡ, (πέλας, *γένω) ἑτεροθαλὴς ἀδελφός, ἀδελφή, «πληγενεῖς· οἱ μὴ ἐκ τοῦ αὐτοῦ ὄντες πατρὸς ἢ μητρὸς ἀδελφοὶ» Ἡσύχ.

Greek Monolingual

-ές, Α
ετεροθαλής αδελφός.
[ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ. Κατά μία άποψη, η λ. είναι σύνθ. από πλήν (< πέλας «κοντά») + -γενής (< γένος < γίγνομαι) και θα έπρεπε πιθ. να γραφτεί πληγγενής].